«Πιστεύαμε ότι οι “πρωινοί τύποι” θα ήταν πιο αποδοτικοί το πρωί και, αντιστρόφως, λιγότερο το βράδυ. Στην πραγματικότητα, μιάμιση ώρα μετά το ξύπνημα δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε κάποιον που ξυπνάει νωρίς και σε κάποιον που κοιμάται αργά. Αντίθετα, στο τέλος της ημέρας, αυτοί που ξυπνούν αργά είναι........λιγότερο κουρασμένοι και έχουν βελτιώσει την ικανότητά τους να είναι πιο προσεκτικοί», εξηγεί ο καθηγητής Φιλίπ Πενιέ του Ελεύθερου Πανεπιστημίου των Βρυξελλών, ο οποίος συνυπογράφει την έρευνα που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση «Science».
Το συμπέρασμα των ερευνητών είναι πως «οι “πρωινοί τύποι” υποφέρουν εντονότερα απ΄ ό,τι οι “βραδινοί” από την επίδραση της συσσωρευμένης πίεσης της νύστας στη διάρκεια της ημέρας, μιας πίεσης που “εμποδίζει την άριστη έκφραση του σήματος της εγρήγορσης”».
Υπάρχουν άραγε συνέπειες για τα τμήματα του πληθυσμού που ανήκουν στον έναν ή στον άλλον απ΄ αυτούς τους δύο ακραίους τύπους; «Η δουλειά μας ήταν θεμελιώδης», υπογραμμίζει ο δρ Πενιέ. «Όμως επιβεβαιώνει, πολύ εύλογα, ότι μια νυκτερινή εργασία είναι προτιμότερο να ανατίθεται σ΄ έναν βραδινό τύπο, απ΄ ό,τι σ΄ έναν πρωινό». Όσο για τις καλύτερες επιδόσειςστο τέλος της ημέρας- αυτών που ξυπνούν αργά, είναι αναμφισβήτητες όταν τα πρόσωπα βρίσκονται στον φυσικό ρυθμό τους, αλλά συχνά «αντισταθμίζονται» από κοινωνικούς καταναγκασμούς.
ΤΑ ΝΕΑ 30/4






































